Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Έρωτας κάτω από την λεμονιά .

Μια συνηθισμένη μέρα . Ο ήρωας μας ο Ξενοφών , είναι ένας υπάλληλος σε μια εταιρεία . Ξέρετε πως είναι τα πρωινά πηγαίνοντας σε μια δουλεία γραφείου . Λες πάντα « να κάτσω κάπου», εάν έχεις βρει ένα μέρος , «να κάνω ένα τσιγάρο και μετάπάω από το κολογραφειο . Δεν θα με χάσουν .»

Έτσι έκανε και ο Ξενοφών  . Κάθονταν κάθε πρωί κάτω από μια λεμονιά κοντά σε έναν υπερβολικά θορυβώδη δρόμο , όπου και την θεωρούσε δική του , μετά από τόσο καιρό και τόσα τσιγάρα …. Κάθονταν κάθε πρωί σε αυτό το συγκριμένο σημείο πάνω από πέντε χρόνια , όσο ήταν δηλαδή σε αυτήν την δουλεία , του πήγαινε για γούρι ήθελε να πιστεύει  . 
Άλλο που ποτέ δεν έπιανε το γούρι αυτό , διότι ήταν τρομερά δυσαρεστημένος  από την εργασία του . Μέσα σε αυτόν τον αδιέξοδο χώρο ακατάπαυστης παράγωγης θορύβου , εκείνος είχε βρει τον τρόπο να κλείνει τα αυτιά του νοητά κάτω από αυτήν την λεμονιά . 

Κάθονταν κάθε πρωί εκεί και παρατηρούσε τον κόσμο να περνά , να βιάζεται , να βαριέται , να κοιμάται . Παρατηρούσε τις αντιδράσεις τους σε διάφορα γεγονότα . Ο αθεόφοβος καθόταν και έγραφε ακόμη και για αυτά . Τα συμπεράσματα του . Ένα από αυτά τα συμπεράσματαήταν ότι « ο άνθρωπος επηρεάζεται ευθέως από τον καιρό ». Όταν έβρεχε περνούσαν οι άνθρωποι θλιμμένοι , ενώ όταν είχε ήλιο ήταν αρκετά χαρούμενοι . 

Μόνο που σε αυτούς τους υπολογισμούς του κάτι δεν πήγαινε και τόσοκαλά . Ένας άνθρωπος από αυτούς που παρατηρούσε  κάθε πρωί δεν αντιδρούσε όπως όλοι οι άλλοι . Ήταν διαφορετικός .  Αυτη η διαπίστωση της ανωμαλίας ήταν 1 μήνα τώρα που τον βασάνιζε . 

Ήταν μια κοπέλα . Πολύ όμορφη . Ψηλή για γυναίκα , περίπου στο δικό του ύψος , με μαύρα μακριά μαλλιά , ένα σώμα πραγματικά θεϊκό , όσο μπορούσε να δει από αυτό βέβαια γιατί ήταν και σεμνά ντυμένη  , μαύρα μάτια μεγάλα , και ένα βήμαγρήγορο , αξιοπρόσεκτο. Αυτό το πλάσμα ήταν ανεπηρέαστο . Είτε έβρεχε είτε χιόνιζε είτε είχε Ήλιο ήταν πάντα γελαστή . Όχι χαζοχαρούμενη . Γελαστή . Τον θαύμαζε αυτόν τον άνθρωπο , αυτήν την κοπέλα . Έχει περάσει τόσο ο καιρός που και αυτός είχε γίνει σαν αυτούς που παρατηρούσε και στα μάτια της είδε αυτό που ήταν και εκείνος κάποτε . Όλες αυτές τις σκέψεις έκανε κάθε πρωί κάτω από την λεμονιά . 

Ώσπου μια μέρα παίρνει την μεγάλη απόφαση 
«Το επόμενο πρωί θα της μιλήσω»

Ενώ περνούσε λοιπόν την συνηθισμένη της ώρα ο Ξενοφών είχε στηθεί κάτω από το δένδρο μας γεμάτος θάρρος  και σαν να την βλέπω να έρχεται τρεχάτη . 

-          -Δεσποινίς , καλημέρα
Όπως κάθε άνθρωπος  γεμάτος ζωή , δεν φοβάται και αντιμετωπίζει τις καταστάσεις απάντησε η κοπέλα μας . 

-        -  Καλημέρα κύριε .

-         - Συγγνώμη για το θάρρος μα ήθελα να σας πω κάτι . Σας θαυμάζω .  

-         - Αλήθεια ε ; Προς τι ο θαυμασμός σας ; 

-        - Στον τρόπο που αντιμετωπίζετε τον καιρό

Ωχ … είναι παλαβός ο τύπος σκέφτηκε και πήγε να φύγει μα ο Ξενοφών κατάλαβε ότι είπε μαλακία και επανόρθωσε .
-          Ήθελα να πω , ότι τόσο καιρό στο ίδιο σημείο σας παρατηρώ , βλέπω τον τρόπο που περπατάτε , τον τρόπο που αντιδράτε σε καταστάσεις , θα μου πείτε είναι μόνο για λίγα δευτερόλεπτα , ο χρόνος ο οποίος μου δίνεται για να σας δω , όμως , εάν αθροίσουμε όλα αυτά τα δευτερόλεπτα βγάζουμε μια μέρα ολάκερη . Τολμώ να πω ότι σας γνωρίζω ήδη . 

-          Εντυπωσιάστηκε από  τα λόγια ,  η κοπέλα μας . Ποτέ δεν της είχαν μιλήσει έτσι . Ποτέ δεν πίστευε ότι θα την παρατηρούσαν , θα την θαύμαζαν και με τόσο απλά λόγια θα της το έλεγαν , μα το κυριότερο , θα ήταν εμφανές ότι το θα το εννόησαν .

-         - Σας ευχαριστώ πολύ κύριε . Μα βιάζομαι .

-          -Θα θέλατε να μου πείτε το όνομα σας πριν φύγετε ; ρώτησε ο ήρωας

-          Ναι με λένε Ηλιάδα .

-          Έμενα Ξενοφών χάρηκα πολύ που σε γνώρισα Ηλιάδα .

Με  την χαρά έμεινε διότι η ηλιάδα έστριψε βιαστικά και έφυγε κάτω από την περίμετρο της λεμονιάς .

Έτσι λοιπόν πέρασε η μέρα και ήρθε και το άλλο πρωινό , όπου του δόθηκε ξανά η ευκαιρία την ιδία ώρα στο ίδιο σημείο . Της μίλησε . Της μίλησε γλυκά και όμορφα , άρχισε να νιώθει πράγματα για εκείνη από την πρώτη κιόλας στιγμή . Η γνωριμία τους προχώρησε , τα λέγανε  κάθε πρωί την ιδία ώρα στο ίδιο σημείο κάτω από την λεμονιά . 

Δεν έφευγε βιαστικά πια η ηλιάδα . Πέρασαν οι μέρες και οι μήνες , είχαν βγει , είχαν ερωτευτεί και εκείνη εκείνος και εκείνος εκείνη . Ένας υπέροχο συναίσθημα .  

Ένα πρωινό που καθόταν και κάπνιζε ενώ ήξερε ότι δεν θα πέρναγε εκείνη την ημέρα ο έρωτας του , ξανασκέφτηκε να κάνει αυτό που έκανε παλιά . Όμως δεν τον ένοιαζε . Ούτε πια επηρεάζονταν από τον καιρό σαν τους άλλους . Δεν τον ένοιαζε να παρατηρεί και κανέναν .
Είχε πια την αγάπη του και τον έρωτα του να παρακολουθεί και να απολαμβάνει .
Είδε ότι ολο αυτό διάστημα  , ολα αυτά τα πρωινά που της μιλούσε  , ότι καιρικές συνθήκες και να υπήρχαν δεν τον ενδιέφερε , ήταν πια αυτό που αναπολούσε στον παλιό του χαρακτήρα . Επέστρεψε 
.
Τα χρόνια πέρασαν . Οι δυο νέοι μεγάλωσαν , ευτυχισμένοι . Παντρεύτηκαν θαρρώ . Έτσι μου είπαν δηλαδή όταν ρώτησα για εκείνους . Έχουν και ένα παιδί,   μου ρουφιανεψαν , που τώρα θα είναι δέκα χρονών και είναι κορίτσι .

Λεμονιά την ονόμασαν  . 


Κύριος Χάιντ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου